ΠΑΡΑΜΥΘΙ
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε στην πόλη ένα καλό και έξυπνο παιδί. Ένα βράδυ περπατούσε σ’ έναν απόμερο και κακοφωτισμένο δρόμο χωρίς να καταλάβει ότι από πάνω του πέταγε ένα κιρκινέζι. Κι’ ούτε πρόσεξε τι έγραφε ένα μικρό χαρτάκι που έφερε ο αέρας στα πόδια του. Όμως τότε έγινε κάτι παράξενο. Το πουλί κατέβηκε και προσγειώθηκε δίπλα στο χαρτάκι. Δανείστηκε λίγο απ’ το φως μιας λάμπας του δρόμου κι άρχισε να θάβει το χαρτί μέσα στο λιγοστό χώμα της διπλανής αυλής. Το παιδί παραξενεύτηκε και μόλις που πρόλαβε να δει τι έγραφε το χαρτί. Ήταν λοιπόν τυπωμένο ένα περίεργο σύμβολο , κάτι σαν φιδάκι και μέσα είχε κάτι γράμματα, κάπως έτσι :

. Αυτή η εικόνα χαράχτηκε στο μυαλό του , αλλά δεν έδωσε περισσότερη σημασία και το ξέχασε.
Στο μέρος λοιπόν που το πουλί είχε θάψει το χαρτάκι ξεφύτρωσε ένα κυπαρίσσι . Ήταν ένα μάλλον περίεργο κυπαρίσσι γιατί δεν ψήλωνε όπως τα άλλα δέντρα. Ήταν ένα κυπαρίσσι νάνος κι ένιωθε λυπημένο γι’ αυτό. Όμως είχε κι άλλη μια παραξενιά. Ήξερε ν’ ακούει! Ακόμα και τις σκέψεις…
Μετά από λίγο καιρό το παιδί πέρασε πάλι από το ίδιο μέρος και θυμήθηκε πώς είχε γεννηθεί το δέντρο. Μια τρελή ιδέα κατέβηκε στο μυαλό του συνδέοντας το κυπαρίσσι με το φιδάκι, που στο σχολειό του είχε μάθει πια πως τo ‘λεγαν ολοκλήρωμα. Τότε έγινε κάτι ακόμη πιο παράξενο , πιο μαγικό. Το κυπαρίσσι ψήλωσε απότομα κατά 1 μέτρο. Το παιδί, που δεν πίστευε στα θαύματα, δεν έδωσε και πάλι σημασία. Σκέφτηκε ότι απλά το κυπαρίσσι είχε ψηλώσει κανονικά και πως αυτός δεν το ‘χε παρατηρήσει. Αλλά τα παράξενα δεν τέλειωσαν ακόμα. Την δεύτερη φορά που το παιδί ξανασκέφτηκε το δέντρο και τ’ ολοκλήρωμα, το κυπαρίσσι ψήλωσε πάλι κατά 1/4 του μέτρου, ξέροντας πως το παιδί είχε βάλει το νερό στο αυλάκι.
Έτσι και την τρίτη φορά που το παιδί έκανε τις ίδιες σκέψεις το κυπαρίσσι ψήλωσε πάλι κατά 1/9 του μέτρου και το ίδιο γινόταν κάθε φορά που το παιδί έκανε αυτές τις σκέψεις , νιώθοντας ευτυχισμένο που κάποιος του έδινε σημασία.
Επιτέλους, το παιδί κατάλαβε τι γινόταν και τι προσπαθούσε να του πει το δέντρο. Τότε ήταν που κατάφερε να υπολογίσει το” άθροισμα”

και μετά το ολοκλήρωμα. Καταχαρούμενο μετά τις άπειρες σκέψεις που είχε κάνει για τον υπολογισμό, ο πρώτος στον οποίο ανακοίνωσε το αποτέλεσμά του , ήταν ο νάνος το κυπαρίσσι.
Αμέσως, μέσα από τον κορμό του κυπαρισσιού, το δανεικό φως που ήταν κλεισμένο εκεί και στα κλαδιά του, ξεκίνησε τον δρόμο της επιστροφής για την λάμπα του δρόμου, αφήνοντας όμως λίγη απ’ την λάμψη του να φωτίζει τους δυο αχώριστους πλέον φίλους.
Κανείς δεν κατάλαβε το κιρκινέζι που κρυβόταν στις σκιές τους.
Μήπως θέλετε κι εσείς να υπολογίσετε το συνολικό ύψος που πήρε το χαρούμενο πια κυπαρίσσι και την τιμή του ολοκληρώματος ? Πιστέψτε με, ότι ίσως και να φτάνει τόσο λίγο για να νιώσετε, αν όχι ευτυχισμένοι, τουλάχιστον όμορφα. Κοιτάτε ψηλά, το κιρκινέζι ονειρεύεται το δάσος, αλλά ζει στην πόλη και δεν είναι απίθανο να βρείτε ένα δέντρο που να μπορεί και ν’ ακούει, όταν το περιτύλιγμα μιας καραμέλας πέσει στα πόδια σας.
Η λύση βρίσκεται στο συνημμένο χωρίς μιγαδικές ή Fourrier