Σε κάθε κύβο

, αντιστοιχούμε το σημείο

με κάθε

να είναι το ελάχιστο δυνατό. (Το «κάτω αριστερά» σημείο στην περίπτωση

.)
Για κάθε

ορίζουμε την μερική διάταξη

στο σύνολο των κύβων ως εξής:

αν και μόνο αν

.
Αν για κάποιο

έχουμε

, τότε

οπότε δεν μπορεί κανένας κύβος να τέμνει και τον

και τον

. Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι για κάθε

, κάθε αλυσίδα της διάταξης

έχει το πολύ δύο στοιχεία.
Αν

, τότε είτε κανένας κύβος δεν τέμνει τους

, είτε όλοι οι κύβοι που τους τέμνουν έχουν κοινή

-συντεταγμένη. (Οποιαδήποτε τιμή ανάμεσα στα

και

μας κάνει.) Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι υπάρχει

, έστω το

, ώστε το σύνολο όλων των

κύβων να είναι αντιαλυσίδα στην μερική διάταξη

.
Επειδή

, και επειδή η

δεν έχει αλυσίδα με

στοιχεία, από το θεώρημα Dilworth, η

έχει αντιαλυσίδα με

στοιχεία. Περιοριζόμαστε σε αυτούς τους κύβους και με παρόμοιο τρόπο βρίσκουμε αντιαλυσίδα με

στοιχεία για την μερική διάταξη

.
Επαγωγικά καταλήγουμε σε

κύβους, έστω τους

, ώστε να αποτελούν αντιαλυσίδα για κάθε διάταξη

. Τότε όμως αυτοί οι δύο κύβοι έχουν κοινό σημείο τομής, άτοπο.